Μαζί τα ξαναφαγάμε
Η φιλοσοφία του «Μαζί τα ξαναφάγαμε» σε ένα κομμάτι της κοινωνίας λειτουργεί ως αθωωτική πλατφόρμα που καταλήγει στο «όταν φταίνε όλοι, να μην φταίει κανείς».
Η υπόθεση ΟΠΕΚΕΠΕ 2 (και βλέπουμε), όπως και αυτά που γράφονται και ακούγονται περί πελατειακών σχέσεων, ενώ είναι χιλιοειπωμένα και στα λόγια καταδικαστέα, αποδεικνύεται ότι εξακολουθούν να είναι πολιτική πραγματικότητα και τον 21ο αιώνα. Η πολιτική ουσία της υπόθεσης είναι η μετατροπή του πολίτη -καθώς και ο υποβιβασμός του- σε πελάτη.
Η φιλοσοφία του «Μαζί τα ξαναφάγαμε» σε ένα κομμάτι της κοινωνίας λειτουργεί ως αθωωτική πλατφόρμα που καταλήγει στο «όταν φταίνε όλοι, να μην φταίει κανείς». Οι πολιτικοί των εξυπηρετήσεων από την μια και οι πολίτες-πελάτες από την άλλη, συνιστούν μια παράλληλη κοινωνία που θεωρεί το ρουσφέτι νομιμοποιημένο.
Ότι στο βάθος του μετατρέπει το ίδιο το κράτος σε λάφυρο στα χέρια των εκάστοτε κατεχόντων φαίνεται να τους αφήνει αδιάφορους, όπως και ο διαχωρισμός των πολιτών σε αυτούς που έχουν μέσο και σε αυτούς που δεν έχουν, να είναι μια συνέπεια της δημοκρατίας, παραβιάζοντας όμως τη βάση του πολιτεύματος που είναι να είμαστε όλοι ίσοι.
Η υπόθεση ΟΠΕΚΕΠΕ όμως ήρθε να ξεπεράσει τους αλλοτινούς προβληματισμούς του «νόμιμο άρα ηθικό». Η εμπλοκή της ευρωπαϊκής εισαγγελίας ανέδειξε ότι ο έχων την άκρη, δεν μπορεί μονάχα να λύνει και να δένει στην απόδοση των προβλεπόμενων ευρώ-κονδυλίων. Αλλά ότι μπορεί και να πολλαπλασιάζει ως άλλες μαϊμούδες τα αιγοπρόβατα και να δεκαπλασιάζει τα βοσκοτόπια. Αυτό είναι σαφές ότι δεν εμπίπτει στην κατηγορία του ρουσφετιού και πολιτικού καθήκοντος -όπως κάποιοι υποστηρίζουν- όταν ο πολίτης βρίσκεται απέναντι στα τέρατα της γραφειοκρατίας και του κρατικού παραλογισμού. Εδώ πρόκειται για απάτη καραμπινάτη και θα πληρωθεί με υπέρογκα πρόστιμα και δυστυχώς από το κρατικό ταμείο.
Η υπόθεση δεν έχει δηλαδή να κάνει μόνο με τον Μαυρογιαλούρο. Ο πολιτικός εξάλλου στο κινηματογραφικό σενάριο είχε καλές προθέσεις αλλά ο Γκρούεζας, ο κομματάρχης και ο γραμματέας ο Γιώργος είναι αυτοί που «φάγανε, φάγανε». Ο Μαυρογιαλούρος παραιτήθηκε γιατί «υπήρχε και φιλότιμο» και παρέπεμψε τα καλόπαιδα για τα περαιτέρω στα δικαστήρια. Στην εποχή της ταινίας (1965), δεν υπήρχαν ευρωπαίοι εισαγγελείς.
Στο σήμερα πέρα από την διερεύνηση της υπόθεσης, οι Μαυρογιαλούροι, αν υπάρχουν τέτοιοι, κινδυνεύουν να πάθουν ότι και ο κινηματογραφικός ήρωας. Όλοι να θυμούνται το δικό τους όνομα ως συνώνυμο της απάτης και της κατάχρησης, ενώ ξεχάστηκε το ποιος ήταν ο ιδιαίτερος που έλυνε και έδενε. Για αυτό αν υπάρχει ακόμη φιλότιμο, όσοι διατείνονται ότι είναι αθώοι, να μιλήσουν. Στο κράτος της ατιμωρησίας, επιτέλους «κόρακας κοράκου» μάτι να βγάλει. Όταν φταίνε όλοι, αυτός που την γλιτώνει είναι ο «κόρακας» και αυτός που την πληρώνει είναι αυτός που δεν έφταιγε…